θάλπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θάλπω < αρχαία ελληνική θάλπω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θάλπω

  • εκπέμπω ή μεταδίδω ήπια και ευχάριστη ζέστη

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

ενεστ. θάλπω παρατ. έθαλπα, μέλ. θα θάλπω, θα θάλψω, αόρ. έθαλψα, παρακ. έχω θάλψει, μετοχή θάλποντας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θάλπω ρίζα θαλ (δεν θεωρείται συγγενές προς το θάλλω παρότι σήμαινε μεταξύ άλλων και ακμάζω, ανθώ όπως εκείνο, ίσως γιατί αυτή την έννοια την πήρε στα ελληνιστικά χρόνια)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θάλπω

  1. ζεσταίνω
    καῦμ᾽ ἔθαλπε ἡμᾶς
  2. μαλακώνω κάτι χρησιμοποιώντας σχετικά υψηλή θερμοκρασία
    ἐτήκετο κασσίτερος θαλφθείς
  3. ανάβω (μεταφορικά)
    θάλπει κέαρ ἔρωτι (με έρωτα ανάβει την καρδιά, έβαλε φωτιά στην καρδιά του ανάβοντας ερωτικό πάθος)
  4. στεγνώνω
  5. φροντίζω, περιθάλπω, περιποιούμαι, παρηγορώ
    ὕπνος θάλπει κέαρ, ἄλλον θάλπε φίλον
  6. κεντρίζω, κινώ το ενδιαφέρον (ελληνιστικό)
    ἐμὲ οὐδὲν θάλπει ἡ δόξα (δεν με ενδιαφέρει καθόλου να δοξαστώ)
    ἐμὲ οὐδὲν θάλπει κέρδος
  7. μαλακώνω εγώ, με ξεγελούν, εξαπατώμαι
  8. είμαι ακμαίος, ανθηρός (ελληνιστικό)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • θάλπει τον δίφρον: τεμπέλης, ζεσταίνει την καρέκλα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]