θάμνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | θάμνος | θάμνοι |
| γενική | θάμνου | θάμνων |
| αιτιατική | θάμνο | θάμνους |
| κλητική | θάμνε | θάμνοι |
Ετυμολογία [
]
- θάμνος < αρχαία ελληνική
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
θάμνος αρσενικό
- κάθε φυτό με ξυλώδη βλαστό και σχετικά χαμηλό ύψος· διακρίνεται από το δέντρο από την απουσία κορμού καθώς τα κλαδιά αναπτύσσονται από την επιφάνεια του εδάφους