θάμνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θάμνος θάμνοι
γενική θάμνου θάμνων
αιτιατική θάμνο θάμνους
κλητική θάμνε θάμνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θάμνος < αρχαία ελληνική < θαμινός (πυκνός)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈθam.nɔs/
θάμνος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θάμνος αρσενικό

  1. κάθε φυτό με ξυλώδη βλαστό και σχετικά χαμηλό ύψος· διακρίνεται από το δέντρο από την απουσία κορμού καθώς τα κλαδιά αναπτύσσονται από την επιφάνεια του εδάφους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]