θέαμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θέαμα θεάματα
γενική θεάματος θεαμάτων
αιτιατική θέαμα θεάματα
κλητική θέαμα θεάματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θέαμα < αρχαία ελληνική θέαμα και θέημα (ιωνικός τύπος) < θεάομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈθɛ.a.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θέαμα ουδέτερο

  1. εικόνα αντικειμένων ή γεγονότων που βλέπει μπροστά του ο παρατηρητής ή θεατής, ικανή να προξενήσει συναισθηματικές αντιδράσεις
    μεγαλοπρεπές θέαμα
    θλιβερό θέαμα
    μαγευτικό θέαμα
  2. δημόσια οργανωμένη παρουσίαση, κυρίως με σκοπό την ψυχαγωγία (δημόσιο θέαμα)
    φόρος δημοσίων θεαμάτων
  3. παράσταση καλλιτεχνικού χαρακτήρα, ιδίως θέατρο ή κινηματογράφος
    φτηνό θέαμα
    κόσμος του θεάματος

32πχ Μεταφράσεις[]