θέατρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | θέατρο | θέατρα |
| γενική | θεάτρου | θεάτρων |
| αιτιατική | θέατρο | θέατρα |
| κλητική | θέατρο | θέατρα |
Ετυμολογία [
]
- θέατρο < αρχαία ελληνική θέατρον
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
θέατρο ουδέτερο
- η δραματική τέχνη στο σύνολό της, η συγγραφή δραματικών έργων που προορίζονται να παρασταθούν ενώπιον κοινού καθώς και το σύνολο των καλλιτεχνικών πράξεων που απαιτούνται για να ανέβει μια θεατρική παράσταση
- ο χώρος όπου δίνονται θεατρικές παραστάσεις
- το θέατρο σείστηκε από τα χειροκροτήματα
- το κοινό που παρακολουθεί μια θεατρική παράσταση
- όλο το θέατρο χειροκρότησε δυνατά
- η υποκριτική συμπεριφορά
- μην τον πιστεύεις, πάλι παίζει θέατρο
- ο τόπος όπου διδραματίζεται ένα γεγονός
- η Γιουγκοσλαβία έγινε θέατρο πολλών πολεμικών συγκρούσεων