θέρετρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θέρετρο θέρετρα
γενική θερέτρου θερέτρων
αιτιατική θέρετρο θέρετρα
κλητική θέρετρο θέρετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θέρετρο < αρχαία ελληνική θέρετρον < θέρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈθɛ.ɾɛ.tɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θέρετρο ουδέτερο

  • τόπος διακοπών, κέντρο παραθερισμού, με φυσική ομορφιά και τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για τη διαμονή των επισκεπτών

32πχ Μεταφράσεις[]