θέρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός |
|---|---|
| ονομαστική | θέρος |
| γενική | θέρους |
| αιτιατική | θέρος |
| κλητική | θέρος |
Ετυμολογία [
]
- θέρος < αρχαία ελληνική θέρος
Ουσιαστικό 1 [
]
θέρος ουδέτερο
- το καλοκαίρι
[
]
Μεταφράσεις [
]
θέρος
|
→ δείτε τη λέξη: καλοκαίρι |
Ουσιαστικό 2 [
]
θέρος αρσενικό
[
]
Μεταφράσεις [
]
θέρος