θαλασσόλυκος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- θαλασσόλυκος < → Η ετυμολογία λείπει.
Τους λύκους μη φοβάσαι, την θάλασσα έχουν στα μάτια
[
]
Ουσιαστικό
θαλασσόλυκος αρσενικό
- ναυτικός που έχει ζήσει πολλά χρόνια στα καράβια κι έχει αντιμετωπίσει πολλές φουρτούνες
[
]
Μεταφράσεις
θαλασσόλυκος