θαυμαστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θαυμαστής θαυμαστές
γενική θαυμαστή θαυμαστών
αιτιατική θαυμαστή θαυμαστές
κλητική θαυμαστή θαυμαστές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

θαυμαστής < αρχαία ελληνική

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

θαυμαστής αρσενικό, θαυμάστρια θηλυκό

  1. αυτός που θαυμάζει κάποιον/κάποιαν (πχ καλλιτέχνη, ηθοποιό) ή ένα καλλιτεχνικό έργο ή σύνολο ή το ωραίο γενικώς
    οι θαυμαστές της γνωστής τραγουδίστριας ζητούσαν αυτόγραφα όποτε την έβλεπαν
    είναι θαυμαστής της αρχαίας ελληνικής τέχνης και του ωραίου γενικώς
    είναι θαυμαστής του ωραίου φύλου
  2. αυτός που φλερτάρει μια γυναίκα


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


[] Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

θαυμαστής

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες