θείος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θείος < αρχαία ελληνική θεῖος < θεός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θείος αρσενικό

  1. ο αδελφός του πατέρα ή της μητέρας
  2. ο εξάδελφος του πατέρα ή της μητέρας
  3. ο αδελφός του παππού ή της γιαγιάς
  4. (γενικότερα) κάθε ανιών συγγενής εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, εκτός από τους γονείς και τους παππούδες
  5. στενός οικογενειακός φίλος των γονιών

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Επίθετο[]

θείος, θεία, θείο