θείος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- θείος < αρχαία ελληνική θεῖος < θεός
Ουσιαστικό [
]
θείος αρσενικό
- ο αδελφός του πατέρα ή της μητέρας
- ο εξάδελφος του πατέρα ή της μητέρας
- ο αδελφός του παππού ή της γιαγιάς
- (γενικότερα) κάθε ανιών συγγενής εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, εκτός από τους γονείς και τους παππούδες
- στενός οικογενειακός φίλος των γονιών
Συνώνυμα [
]
Δείτε επίσης [
]
Μεταφράσεις [
]
θείος
Επίθετο [
]
θείος, θεία, θείο