θεατής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θεατής θεατές
γενική θεατή θεατών
αιτιατική θεατή θεατές
κλητική θεατή θεατές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θεατής < αρχαία ελληνική θεατής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /θɛ.a.ˈtis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θεατής αρσενικό

  1. που παρακολουθεί ένα θέαμα
  2. (συνεκδοχικά) που είναι αμέτοχος σε κάποια ενέργεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

θεατής



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θεατής < θεῶμαι < θέα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θεατής αρσενικό

  1. αυτός που παρακολουθεί, που βλέπει κάτι
  2. (ειδικότερα) αυτός που παρακολουθεί κάποια θεατρική παράσταση