θεοποιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θεοποιώ < Θεός + ποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[]

θεοποιώ (παθητικό: θεοποιούμαι)

  1. αποδίδω σε κάποιον άνθρωπο θεϊκές ιδιότητες, του αποδίδω λατρεία όπως σε Θεό
  2. υπερεκτιμώ κάποιον, τον θεωρώ κατά πολύ καλύτερο από ό,τι πραγματικά είναι

Plume ombre.png Κλίση[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]