θερίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

θερίζω : κόβω με δρεπάνι ή άλλο όργανο σιτηρά ή χόρτα.[]

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θερίζω < αρχαία ελληνική θερίζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

θερίζω

  1. κόβω τα στάχυα ή χόρτα με δρεπάνι ή μηχανή
    τον Ιούλιο θερίζουν τα σπαρμένα
  2. (μεταφορικά) αποκτώ εμπειρίες, απολαμβάνω τα θετικά αποτελέσματα των ενεργειών μου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δρέπω
    ήρθε η ώρα να θερίσομε τους καρπούς των κόπων μας
  3. σκοτώνω πολλούς ανθρώπους μαζί, αφανίζω
    ο μεθυσμένος οδηγός θέρισε τους πεζούς
  4. προκαλώ ένα ισχυρό σωματικό πόνο
    με θερίζει το στομάχι μου
  5. (ειδικότερα) προκαλώ διάρροια
    τον θέρισε το φαγητό της καντίνας

Εκφράσεις[]

  • ό,τι σπείρεις θα θερίσεις : τα αποτελέσματα των πράξεων είναι ανάλογα των προσπαθειών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]