θερίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
θερίζω : κόβω με δρεπάνι ή άλλο όργανο σιτηρά ή χόρτα. [
]
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- θερίζω < αρχαία ελληνική θερίζω
Ρήμα [
]
θερίζω
- κόβω τα στάχυα ή χόρτα με δρεπάνι ή μηχανή
-
- τον Ιούλιο θερίζουν τα σπαρμένα
-
- (μεταφορικά) αποκτώ εμπειρίες, απολαμβάνω τα θετικά αποτελέσματα των ενεργειών μου
- σκοτώνω πολλούς ανθρώπους μαζί, αφανίζω
-
- ο μεθυσμένος οδηγός θέρισε τους πεζούς
-
- προκαλώ ένα ισχυρό σωματικό πόνο
-
- με θερίζει το στομάχι μου
-
- (ειδικότερα) προκαλώ διάρροια
-
- τον θέρισε το φαγητό της καντίνας
-
Εκφράσεις [
]
- ό,τι σπείρεις θα θερίσεις : τα αποτελέσματα των πράξεων είναι ανάλογα των προσπαθειών
[
]
Μεταφράσεις [
]
θερίζω