θεραπευτήριο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | θεραπευτήριο | θεραπευτήρια |
| γενική | θεραπευτηρίου | θεραπευτηρίων |
| αιτιατική | θεραπευτήριο | θεραπευτήρια |
| κλητική | θεραπευτήριο | θεραπευτήρια |
Ετυμολογία [
]
- θεραπευτήριο < θεραπεύω
Ουσιαστικό [
]
θεραπευτήριο ουδέτερο
- μονάδα παροχής ιατρικών υπηρεσιών, ιατρείο, ιατρικό κέντρο, κλινική ή νοσοκομείο ή ψυχιατρείο
- το Θεραπευτήριο του ΙΚΑ
Μεταφράσεις [
]
θεραπευτήριο