θερμότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θερμότητα -
γενική θερμότητας -
αιτιατική θερμότητα -
κλητική θερμότητα -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θερμότητα < θερμο- + -τητα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /θɛɾ.ˈmɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

θερμότητα θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. (φυσική) μορφή ενέργειας που, εξαιτίας της μεταβολής θερμοκρασίας, μεταφέρεται από ένα σώμα και το περιβάλλον του σε ένα άλλο
  2. η υψηλή θερμοκρασία ενός σώματος
  3. η αίθηση που έχομε από ένα θερμό σώμα
  4. (μεταφορικά) η εγκαρδιότητα, η φιλικότητα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις []