θηλάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θηλάζω < αρχαία ελληνική θηλάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θηλάζω

  1. (μεταβατικό) βάζω ένα βρέφος στο στήθος και του δίνω να πιει το μητρικό γάλα
    οι μαίες ενθαρρύνουν τις μητέρες να θηλάζουν τα μωρά τους
  2. (αμετάβατο) πίνω γάλα από μαστό
    η εικόνα του μωρού που θήλαζε τον συγκίνησε βαθιά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θηλάζω < θηλή

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θηλάζω

  1. (μεταβατικό) ταΐζω κάποιον γάλα από το μαστό μου