θηλάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- θηλάζω < αρχαία ελληνική θηλάζω
[
]
Ρήμα
θηλάζω
- (μεταβατικό) βάζω ένα βρέφος στο στήθος και του δίνω να πιει το μητρικό γάλα
- οι μαίες ενθαρρύνουν τις μητέρες να θηλάζουν τα μωρά τους
- (αμετάβατο) πίνω γάλα από μαστό
- η εικόνα του μωρού που θήλαζε τον συγκίνησε βαθιά
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Μεταφράσεις
δίνω σε παιδί γάλα από το στήθος
πίνω γάλα από το στήθος
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- θηλάζω < θηλή
[
]
Ρήμα
θηλάζω
- (μεταβατικό) ταΐζω κάποιον γάλα από το μαστό μου