θηλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θηλιά θηλιές
γενική θηλιάς θηλιών
αιτιατική θηλιά θηλιές
κλητική θηλιά θηλιές
η θηλιά της κρεμάλας

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θηλιά < μεσαιωνική ελληνική θηλεά < αρχαία ελληνική θήλεια, θηλυκό του επιθέτου θῆλυς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θηλιά θηλυκό

  1. σχοινί ή κορδόνι ή σύρμα ή άλλο παρόμοιο που σχηματίζει κυκλικό κόμπο του οποίου το άνοιγμα αυξομειώνεται
  2. ο βρόχοςκρεμάλα)
  3. νήμα σε ρούχα που σχηματίζει κύκλο και χρησιμεύει για να τα κρεμάμε ή να περάσει από μέσα ένα κουμπί


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]