θηλυπρεπής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θηλυπρεπής θηλυπρεπής θηλυπρεπές
γενική θηλυπρεπούς θηλυπρεπούς θηλυπρεπούς
αιτιατική θηλυπρεπή θηλυπρεπή θηλυπρεπές
κλητική θηλυπρεπή(ς) θηλυπρεπής θηλυπρεπές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θηλυπρεπείς θηλυπρεπείς θηλυπρεπή
γενική θηλυπρεπών θηλυπρεπών θηλυπρεπών
αιτιατική θηλυπρεπείς θηλυπρεπείς θηλυπρεπή
κλητική θηλυπρεπείς θηλυπρεπείς θηλυπρεπή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θηλυπρεπής < θήλυς + -πρεπής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θηλυπρεπής, -ής, -ές

  1. χαρακτηρισμός για άντρα που φέρεται, κινείται, μιλάει με γυναικείο τρόπο
  2. χαρακτηρισμός για συμπεριφορά, κίνηση, ομιλία που μοιάζει με γυναικεία
    θυληπρεπής συμπεριφορά

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]