θηλυπρεπής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Επίθετο [
]
θηλυπρεπής, -ής, -ές
- χαρακτηρισμός για άντρα που φέρεται, κινείται, μιλάει με γυναικείο τρόπο
- χαρακτηρισμός για συμπεριφορά, κίνηση, ομιλία που μοιάζει με γυναικεία
- θυληπρεπής συμπεριφορά
[
]
Μεταφράσεις [
]
θηλυπρεπής