θηρίο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θηρίο | θηρία |
| Γενική | θηρίου | θηρίων |
| Αιτιατική | θηρίο | θηρία |
| Κλητική | θηρίο | θηρία |
Ετυμολογία
- θηρίο < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
θηρίο ουδέτερο
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Εκφράσεις
- με κάνει θηρίο → βλέπε έκφραση: μου τη δίνει