θνητός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- θνητός < αρχαία ελληνική
Επίθετο [
]
θνητός, -ή, -ό
Ουσιαστικό [
]
θνητός αρσενικό
Εκφράσεις[
]
- κοινός θνητός: ένας απλός άνθρωπος σε αντιδιαστολή με κάποιον ισχυρό ή διάσημο
Μεταφράσεις[
]
θνητός