θολώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θολώνω < αρχαία ελληνική θολόω-θολῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θɔ.ˈlɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θολώνω , παρατ.: θόλωνα, στιγμ. μέλλ.: θα θολώσω, αόρ.: θόλωσα , μτχ.π.π.: θολωμένος

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι θολό, μειώνω την ευκρίνεια της εικόνας του
  2. (αμετάβατο) γίνομαι θολός, η εικόνα μου δεν έχει ικανοποιητική ευκρίνεια
    η εικόνα στην τηλεόραση θολώνει, η συσκευή χρειάζεται μάλλον επισκευή
  3. (μεταβατικό, για υγρά) κάνω ένα διάλυμα να χάσει τη διαύγειά του
  4. (αμετάβατο, για υγρά) χάνω τη διαύγειά μου εξαιτίας προσμείξεων
  5. (μεταβατικό, μεταφορικά) στερώ την πνευματική διαύγεια
    αυτό το περιστατικό μου θόλωσε το μυαλό
  6. (αμετάβατο, μεταφορικά') χάνω την πνευματική μου διαύγεια από κούραση ή έντονα συναισθήματα
    θόλωσε το μυαλό μου από το θυμό και δεν ήξερα τι έκανα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]