θριαμβεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θριαμβεύω < θρίαμβος + -εύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θɾi.aɱ.ˈvɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θριαμβεύω, παρατ.: θριάμβευα, στιγμ. μέλλ.: θα θριαμβεύσω, αόρ.: θριάμβευσα

  1. πετυχαίνω μια σημαντική νίκη, ένα θρίαμβο
  2. πετυχαίνω κάτι το εξαιρετικό ως αποτέλεσμα μιας επίπονης προσπάθειας
    Όταν ο Νιλς Άρμστρονγκ πάτησε στη Σελήνη, η ανθρωπότητα θριάμβευσε.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]