θρυαλλίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | θρυαλλίδα | θρυαλλίδες |
| γενική | θρυαλλίδας | θρυαλλίδων |
| αιτιατική | θρυαλλίδα | θρυαλλίδες |
| κλητική | θρυαλλίδα | θρυαλλίδες |
Ετυμολογία [
]
- θρυαλλίδα < αρχαία ελληνική θρυαλλίς
Ουσιαστικό [
]
θρυαλλίδα θηλυκό
- το φιτίλι που πυροδοτεί έναν εκρηκτικό μηχανισμό
- (μεταφορικά) το γεγονός που πυροδοτεί καταστροφικές εξελίξεις
Μεταφράσεις[
]
θρυαλλίδα