θρόμβωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θρόμβωση < αρχαία ελληνική θρόμβος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θρόμβωση θηλυκό

  1. η διαδικασία με την οποία επέρχεται πυκνότερη συνεκτικότητα υγρού με συνέπεια να δημιουργούνται θρόμβοι.
    "θρόμβωση αίματος"

32πχ Μεταφράσεις[]