θυμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|---|
| ονομαστική | θυμός | θυμοί | |
| γενική | θυμού | θυμών | |
| αιτιατική | θυμό | θυμούς | |
| κλητική | θυμέ | θυμοί | |
| Απαντάται κυρίως στον ενικό | |||
[
]
Ετυμολογία
- θυμός < αρχαία ελληνική θυμός
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
θυμός αρσενικό
- ισχυρό συναίσθημα δυσαρέσκειας ή και εχθρότητας απέναντι σε κάποιον ή κάτι που μας επηρεάζει αρνητικά και μπορεί να προκαλέσει έντονες και καμιά φορά βίαιες αντιδράσεις
- Είναι καλός κατά βάθος, αλλά παρεκτράπηκε πάνω στο θυμό του
- Άσε κάτω τους θυμούς κι έλα να μιλήσουμε λογικά
[
]
αλλά και
[
]
Συνώνυμα
- αγανάκτηση
- αγρίεμα
- άχτι
- εκνευρισμός
- έξαψη
- κάκια
- μανία
- μπουρίνι
- νεύρα
- νευρίασμα
- οργή
- σύφλογο
- φούρκα
- φρένιασμα
- χολή
[
]
Σύνθετα
[
]
Αντώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
θυμός
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- θυμός < από το ρήμα θύω, πνέω, φυσώ μανιωδώς.
[
]
Ουσιαστικό
θυμός αρσενικό
- ... πολλὰ δ' ὅ γ' ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν, ... Οδύσσεια, α4