θωπεύσει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[]

θωπεύσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θωπεύω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
  3. θα θωπεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θωπεύω