θύελλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | θύελλα | θύελλες |
| γενική | θύελλας | θυελλών |
| αιτιατική | θύελλα | θύελλες |
| κλητική | θύελλα | θύελλες |
Ετυμολογία [
]
- θύελλα < αρχαία ελληνική
Ουσιαστικό [
]
θύελλα θηλυκό
- μεγάλη καταιγίδα με δυνατό άνεμο και βροχή
- (μεταφορικά) μεγάλη αναστάτωση και αναταραχή
- (+ γενική) ορμητική εκδήλωση από κάτι
-
- θύελλα επευφημιών
-
Εκφράσεις [
]
- όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες : όποιος προκαλεί αναταραχές, υφίσταται χειρότερες συνέπειες