θύελλα

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική θύελλα θύελλες
Γενική θύελλας θυελλών
Αιτιατική θύελλα θύελλες
Κλητική θύελλα θύελλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

θύελλα < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό

θύελλα θηλυκό

  1. μεγάλη καταιγίδα με δυνατό άνεμο και βροχή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανεμοστρόβιλος, σίφουνας, τυφώνας
  2. (μεταφορικά) μεγάλη αναστάτωση και αναταραχή
  3. (+ γενικη) ορμητική εκδήλωση από κάτι
    θύελλα επευφημιών

Εκφράσεις

  • όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες : όποιος προκαλεί αναταραχές, υφίσταται χειρότερες συνέπειες

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες