θύμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | θύμα | θύματα |
| γενική | θύματος | θυμάτων |
| αιτιατική | θύμα | θύματα |
| κλητική | θύμα | θύματα |
[
]
Ετυμολογία
- θύμα < αρχαία ελληνική θῦμα < θύω
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
θύμα ουδέτερο
- το άτομο ή το ζώο που δέχεται τα αποτελέσματα μιας εγκληματικής ενέργειας ή μιας φυσικής καταστροφής
- (μεταφορικά) άτομο που είναι δεκτικό στο να το εκμεταλλεύονται