θύμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θύμα θύματα
γενική θύματος θυμάτων
αιτιατική θύμα θύματα
κλητική θύμα θύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θύμα < αρχαία ελληνική θῦμα < θύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈθi.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θύμα ουδέτερο

  1. το άτομο ή το ζώο που δέχεται τα αποτελέσματα μιας εγκληματικής ενέργειας ή μιας φυσικής καταστροφής
  2. (μεταφορικά) άτομο που είναι δεκτικό στο να το εκμεταλλεύονται

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]