θύρσος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | θύρσος | θύρσοι |
| γενική | θύρσου | θύρσων |
| αιτιατική | θύρσο | θύρσους |
| κλητική | θύρσε | θύρσοι |
Ετυμολογία [
]
- θύρσος < αρχαία ελληνική θύρσος
Ουσιαστικό [
]
θύρσος αρσενικό
- μακρό ευθύγραμμο ραβδί φυσικής προέλευσης, με φουντωτό άνθος κισσού και αμπέλου στην κορυφή του, συχνά δεμένο με κορδέλα, ως τελετουργικό εξάρτημα του Διονύσου και της συνοδείας του
Δείτε επίσης [
]
- θύρσος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις [
]
θύρσος
Σάτυρος και Μαινάδα με θύρσο. Αττικός ερυθρόμορφος κάνθαρος, περ. 460 π.Χ., Cabinet des médailles (De Ridder 849)
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
|
|
|
|
|
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θύρσος | θύρσω | θύρσοι |
| Γενική | θύρσου | θύρσοιν | θύρσων |
| Δοτική | θύρσῳ | θύρσοιν | θύρσοις |
| Αιτιατική | θύρσον | θύρσω | θύρσους |
| Κλητική | θύρσε | θύρσω | θύρσοι |
Ετυμολογία [
]
- θύρσος → Η ετυμολογία λείπει. Πιθανόν συγγενές με το χεττιτικό tuwarsa (=κισσός)
Ουσιαστικό [
]
θύρσος αρσενικό
Σημειώσεις [
]
- και ετερόκλιτο· πληθυντικός: τά θύρσα, τῶν θύρσων, τοῖς θύρσοις, τά θύρσα, θύρσα