θώρακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θώρακας θώρακες
γενική θώρακα θωράκων
αιτιατική θώρακα θώρακες
κλητική θώρακα θώρακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θώρακας < αρχαία ελληνική θώραξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈθɔ.ɾa.kas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θώρακας αρσενικό

  1. μέρος του σώματος: το ανώτερο μέρος του κορμού, μεταξύ του λαιμού και της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα πλευρά· στη θωρακική κοιλότητα περικλείονται οι πνεύμονες και η καρδιά
  2. αμυντικό όπλο που προφύλασσε τον κορμό

32πχ Μεταφράσεις[]