θώρακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θώρακας θώρακες
γενική θώρακα θωράκων
αιτιατική θώρακα θώρακες
κλητική θώρακα θώρακες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

θώρακας < αρχαία ελληνική θώραξ

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈθɔ.ɾa.kas/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

θώρακας αρσενικό

  1. μέρος του σώματος: το ανώτερο μέρος του κορμού, μεταξύ του λαιμού και της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα πλευρά· στη θωρακική κοιλότητα περικλείονται οι πνεύμονες και η καρδιά
  2. αμυντικό όπλο που προφύλασσε τον κορμό

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες