ιδέα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ιδέα | ιδέες |
| γενική | ιδέας | ιδεών |
| αιτιατική | ιδέα | ιδέες |
| κλητική | ιδέα | ιδέες |
Ετυμολογία [
]
- ιδέα < αρχαία ελληνική ἰδέα
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
ιδέα θηλυκό
- νοητική παράσταση ενός όντος, αφηρημένης έννοιας κλπ
- ιδεώδες, ιδανικό
- γνώμη, αντίληψη
- σκέψη, σχέδιο, έμπνευση, σύλληψη που μπορεί να βοηθήσει στη λύση ενός προβλήματος
- είχα μια καλή ιδέα για να φτάσω πιο γρήγορα στον προορισμό μου
- χρειαζόμουν μια ιδέα για να λύσω το σταυρόλεξο
Εκφράσεις [
]
- μιαν ιδέα: πολύ λίγο
- δεν έχω ιδέα (από κάτι): δεν γνωρίζω τίποτα σχετικό, είμαι άσχετος
- έχασα πάσαν ιδέα: απογοητεύτηκα από κάποιον ή κάτι που είχα σε μεγάλη εκτίμηση