ιδίωμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ιδίωμα | ιδιώματα |
| γενική | ιδιώματος | ιδιωμάτων |
| αιτιατική | ιδίωμα | ιδιώματα |
| κλητική | ιδίωμα | ιδιώματα |
[
]
Ουσιαστικό
ιδίωμα ουδέτερο
- γλωσσική ποικιλία που χαρακτηρίζει έναν τόπο ή μια κοινωνική ομάδα
- στο τοπικό ιδίωμα της Καλαμάτας είναι πολύ συνηθισμένη η προσφώνηση "Μάνα μου"
- το σύγχρονο νεανικό ιδίωμα χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό πρόσληψης ξένων λέξεων και νεολογισμούς
- η διάλεκτος, σε αντίθεση με το ιδίωμα, διαφέρει σημαντικά από την κοινή γλώσσα
- καλλιτεχνικό στιλ
- Το σμυρναίικο μουσικό ιδίωμα
- ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου
- έχει το ιδίωμα να τρίβει τα χέρια του πριν μιλήσει