ιδίωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδίωμα ιδιώματα
γενική ιδιώματος ιδιωμάτων
αιτιατική ιδίωμα ιδιώματα
κλητική ιδίωμα ιδιώματα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ιδίωμα ουδέτερο

  1. γλωσσική ποικιλία που χαρακτηρίζει έναν τόπο ή μια κοινωνική ομάδα
    στο τοπικό ιδίωμα της Καλαμάτας είναι πολύ συνηθισμένη η προσφώνηση "Μάνα μου"
    το σύγχρονο νεανικό ιδίωμα χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό πρόσληψης ξένων λέξεων και νεολογισμούς
    η διάλεκτος, σε αντίθεση με το ιδίωμα, διαφέρει σημαντικά από την κοινή γλώσσα
  2. καλλιτεχνικό στιλ
    Το σμυρναίικο μουσικό ιδίωμα
  3. ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου
    έχει το ιδίωμα να τρίβει τα χέρια του πριν μιλήσει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]