ιδρώτας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ιδρώτας < αρχαία ελληνική ἱδρώς
[
]
Ουσιαστικό
ιδρώτας αρσενικό
- σωματικό υγρό που εκκρίνεται από τους πόρους του δέρματος μετά από επίπονη άσκηση ή λόγω ζέστης ή από άλλες αιτίες
- το ίδρωμα
[
] Εκφράσεις
- με έκοψε κρύος ιδρώτας, με έλουσε κρύος ιδρώτας → βλέπε έκφραση: πάγωσε το αίμα μου