ιερόδουλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ιερόδουλη < ἱερόδουλος < ἱερός + δοῦλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ιερόδουλη και ιερόδουλος, θηλυκό

  1. (στην αρχαιότητα) γυναίκα που αφιερώνεται σε ένα ιερό και προσφέρει τον εαυτό της έναντι αμοιβής
  2. πόρνη

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]