ιντελιγκέντσια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- από το ρωσικό intelligentsiya < από το λατινικό intelligentia
Ουσιαστικό
ιντελιγκέντσια θηλυκό
- ο κόσμος των διανοουμένων
- η διανόηση

