|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
ισχυριστεί
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
ισχυριζόμενος
|
| μετοχή (παρακείμενος) |
ισχυρισμένος
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
ισχυρίζομαι |
ισχυρίζεσαι |
ισχυρίζεται |
ισχυριζόμαστε |
ισχυρίζεστε |
ισχυρίζονται |
| παρατατικός |
ισχυριζόμουν |
ισχυριζόσουν |
ισχυριζόταν |
ισχυριζόμαστε |
ισχυριζόσαστε |
ισχυρίζονταν |
| αόριστος |
ισχυρίστηκα |
ισχυρίστηκες |
ισχυρίστηκε |
ισχυριστήκαμε |
ισχυριστήκατε |
ισχυρίστηκαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα ισχυρίζομαι |
θα ισχυρίζεσαι |
θα ισχυρίζεται |
θα ισχυριζόμαστε |
θα ισχυρίζεστε |
θα ισχυρίζονται |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα ισχυριστώ |
θα ισχυριστείς |
θα ισχυριστεί |
θα ισχυριστούμε |
θα ισχυριστείτε |
θα ισχυριστούν |
| παρακείμενος α' |
έχω ισχυριστεί |
έχεις ισχυριστεί |
έχει ισχυριστεί |
έχουμε ισχυριστεί |
έχετε ισχυριστεί |
έχουν ισχυριστεί |
| παρακείμενος β' |
είμαι ισχυρισμένος |
είσαι ισχυρισμένος |
είναι ισχυρισμένος |
είμαστε ισχυρισμένοι |
είστε ισχυρισμένοι |
είναι ισχυρισμένοι |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα ισχυριστεί |
είχες ισχυριστεί |
είχε ισχυριστεί |
είχαμε ισχυριστεί |
είχατε ισχυριστεί |
είχαν ισχυριστεί |
| υπερσυντέλικος β' |
ήμουν ισχυρισμένος |
ήσουν ισχυρισμένος |
ήταν ισχυρισμένος |
ήμαστε ισχυρισμένοι |
ήσαστε ισχυρισμένοι |
ήταν ισχυρισμένοι |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω ισχυριστεί |
θα έχεις ισχυριστεί |
θα έχει ισχυριστεί |
θα έχουμε ισχυριστεί |
θα έχετε ισχυριστεί |
θα έχουν ισχυριστεί |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα είμαι ισχυρισμένος |
θα είσαι ισχυρισμένος |
θα είναι ισχυρισμένος |
θα είμαστε ισχυρισμένοι |
θα είστε ισχυρισμένοι |
θα είναι ισχυρισμένοι |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να ισχυρίζομαι |
να ισχυρίζεσαι |
να ισχυρίζεται |
να ισχυριζόμαστε |
να ισχυρίζεστε |
να ισχυρίζονται |
| αόριστος |
να ισχυριστώ |
να ισχυριστείς |
να ισχυριστεί |
να ισχυριστούμε |
να ισχυριστείτε |
να ισχυριστούν |
| παρακείμενος α' |
να έχω ισχυριστεί |
να έχεις ισχυριστεί |
να έχει ισχυριστεί |
να έχουμε ισχυριστεί |
να έχετε ισχυριστεί |
να έχουν ισχυριστεί |
| παρακείμενος β' |
να είμαι ισχυρισμένος |
να είσαι ισχυρισμένος |
να είναι ισχυρισμένος |
να είμαστε ισχυρισμένοι |
να είστε ισχυρισμένοι |
να είναι ισχυρισμένοι |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
(ισχυρίζου) |
|
|
(ισχυρίζεστε) |
|
| αόριστος |
|
ισχυρίσου |
|
|
ισχυριστείτε |
|
|