ισχυρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἰσχυρός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ισχυρός ισχυρή ισχυρό
γενική ισχυρού ισχυρής ισχυρού
αιτιατική ισχυρό ισχυρή ισχυρό
κλητική ισχυρέ ισχυρή ισχυρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ισχυροί ισχυρές ισχυρά
γενική ισχυρών ισχυρών ισχυρών
αιτιατική ισχυρούς ισχυρές ισχυρά
κλητική ισχυροί ισχυρές ισχυρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ισχυρός < αρχαία ελληνική ἰσχυρός < ἰσχύς

Open book 01.svg Επίθετο[]

ισχυρός, -ή, -ο

  1. που έχει δύναμη, ισχύ (σωματική, ψυχική, νομική κ.ά.)
  2. που βρίσκεται σε θέση ισχύος
  3. που δεν υποχωρεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανυποχώρητος, ανένδοτος
  4. που δύσκολα αμφισβητείται, κλονίζεται ή αντικρούεται
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναμφισβήτητος, αναντίλεκτος
  5. που έχει μεγάλη ένταση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έντονος, σφοδρός
  6. αποτελεσματικός, δραστικός
  7. (γραμματική) ο γραμματικός τύπος που αποτελεί την πλήρη μορφή
    Ο τύπος «εμάς» είναι ο ισχυρός τύπος της προσωπικής αντωνυμίας ενώ ο τύπος «μας» ο αδύνατος.
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αδύνατος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

  • ισχυρό φύλο: το φύλο που επιβάλλεται στο άλλο (κάποιοι ισχυρίζονται πως είναι το ανδρικό, άλλοι επιμένουν πως πρόκειται για το γυναικείο!)

Εκφράσεις[]

  • το δίκαιο του ισχυροτέρου: όταν, κατά παράβαση των γραπτών ή ηθικών αρχών δικαίου, επιβάλλεται αυτό που θεωρεί δίκαιο ο στρατιωτικά, αριθμητικά ή σωματικά δυνατότερος

32πχ Μεταφράσεις[]