ιός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ιός | ιοί |
| γενική | ιού | ιών |
| αιτιατική | ιό | ιούς |
| κλητική | ιέ | ιοί |
[
]
Ετυμολογία
- ιός < αρχαία ελληνική ἰός
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
ιός αρσενικό
- Είδος μικροοργανισμού ο οποίος προκαλεί ασθένειες σε οργανισμούς