κάγκουρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάγκουρας κάγκουρες
γενική κάγκουρα κάγκουρων
αιτιατική κάγκουρα κάγκουρες
κλητική κάγκουρα κάγκουρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κάγκουρας < αβέβαιης ετυμολογίας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κάγκουρας αρσενικό

  1. ο επιδειξίας, ο λαϊκός τύπος, αυτός που αυτοπροβάλλεται άκομψα γελοιοποιώντας τον εαυτό του σε μια προσπάθεια να καταξιωθεί, χωρίς όμως ο ίδιος να το καταλαβαίνει.

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]