κάγκουρας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κάγκουρας | κάγκουρες |
| γενική | κάγκουρα | κάγκουρων |
| αιτιατική | κάγκουρα | κάγκουρες |
| κλητική | κάγκουρα | κάγκουρες |
Ετυμολογία [
]
- κάγκουρας < αβέβαιης ετυμολογίας
Ουσιαστικό [
]
κάγκουρας αρσενικό
- ο επιδειξίας, ο λαϊκός τύπος, αυτός που αυτοπροβάλλεται άκομψα γελοιοποιώντας τον εαυτό του σε μια προσπάθεια να καταξιωθεί, χωρίς όμως ο ίδιος να το καταλαβαίνει.
[
]
Μεταφράσεις [
]
κάγκουρας