κάθαρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάθαρμα καθάρματα
γενική καθάρματος καθαρμάτων
αιτιατική κάθαρμα καθάρματα
κλητική κάθαρμα καθάρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάθαρμα < αρχαία ελληνική κάθαρμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈka.θaɾ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάθαρμα ουδέτερο

το κάθαρμα, με χτύπησε πισώπλατα!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάθαρμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάθαρμα ουδέτερο

  1. αυτό που αποβάλλεται όταν καθαρίζουμε κάτι
  2. (μεταφορικά) κάθαρμα, ελεεινός
  3. τόπος στον οποίο έχει γίνει τελετή καθαρισμού, εξαγνισμού