κάθαρμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κάθαρμα | καθάρματα |
| γενική | καθάρματος | καθαρμάτων |
| αιτιατική | κάθαρμα | καθάρματα |
| κλητική | κάθαρμα | καθάρματα |
Ετυμολογία [
]
- κάθαρμα < αρχαία ελληνική κάθαρμα
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ˈka.θaɾ.ma/
Ουσιαστικό [
]
κάθαρμα ουδέτερο
- (υβριστικά) ο ελεεινός και τρισάθλιος άνθρωπος, ο ανήθικος
- το κάθαρμα, με χτύπησε πισώπλατα!
[
]
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
κάθαρμα
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- κάθαρμα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
κάθαρμα ουδέτερο
- αυτό που αποβάλλεται όταν καθαρίζουμε κάτι
- (μεταφορικά) κάθαρμα, ελεεινός
- τόπος στον οποίο έχει γίνει τελετή καθαρισμού, εξαγνισμού