κάθαρσις
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κάθαρσις < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κάθαρσις θηλυκό
- (καθαρεύουσα) κάθαρση