κάθετος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κάθετος < αρχαία ελληνική κάθετος (ενν. γραμμή)
Επίθετο [
]
κάθετος -η/-ος -ο
- εντελώς κατακόρυφος προς το πάτωμα
- (γεωμετρία) χαρακτηρισμός ευθείας ή ευθύγραμμου τμήματος που σχηματίζει γωνία 90 μοιρών με άλλη ευθεία ή ευθύγραμμο τμήμα
- (μεταφορικά) απόλυτος στους ισχυρισμούς του ή στις απαιτήσεις του, κατηγορηματικός
Πολυλεκτικοί όροι [
]
Ουσιαστικό [
]
κάθετος θηλυκό
- ο κάθετος δρόμος ή κάθετη οδός
- στην τρίτη κάθετο που θα συναντήσεις θα στρίψεις αριστερά
Εκφράσεις [
]
- ο πους της καθέτου αποτελεί αρχή διά την γεωμετρίαν: ειρωνική έκφραση
Δείτε επίσης [
]
Μεταφράσεις [
]
που σχηματίζει γωνία 90 μοιρών
μεταφορική έννοια → δείτε τις λέξεις: απόλυτος και κατηγορηματικός
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ὁ, ἡ κάθετος | τὸ κάθετον | οἱ, αἱ κάθετοι | τὰ κάθετα |
| Γενική | τοῦ, τῆς καθέτου | τοῦ καθέτου | τῶν καθέτων | τῶν καθέτων |
| Δοτική | τῷ, τῇ καθέτῳ | τῷ καθέτῳ | τοῖς, ταῖς καθέτοις | τοῖς καθέτοις |
| Αιτιατική | τὸν, τὴν κάθετον | τὸ κάθετον | τοὺς, τὰς καθέτους | τὰ κάθετα |
| Κλητική | κάθετε | κάθετον | κάθετοι | κάθετα |
| Πτώσεις | Δυικός | |||
| Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική | καθέτω | |||
| Γενική-Δοτική | καθέτοιν | |||
Ετυμολογία [
]
κάθετος < καθίημι (=ρίχνω κάτω) < κατά + ἵημι
Επίθετο [
]
κάθετος, -ος, -ον