κάθομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κάθομαι < αρχαία ελληνική κάθημαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈka.θɔ.mɛ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

κάθομαι, παρατ.: καθόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα καθίσω, αόρ.: κάθισα , μτχ.π.π.: καθισμένος

  1. έχω το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα (καρέκλα, καναπέ κλπ) ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο
  2. τοποθετώ το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα ενώ πριν ήμουν όρθιος
  3. μένω, κατοικώ
  4. (για πράγματα) ακουμπώ πάνω σε κάτι άλλο
  5. (για πράγματα) υποχωρώ σε χαμηλότερο επίπεδο, καθιζάνω, κατακάθομαι
  6. δεν εργάζομαι (είμαι άνεργος ή βρίσκομαι σε διακοπές)
  7. μένω άπρακτος

Εκφράσεις[]

  • κάθομαι με σταυρωμένα χέρια : μένω άπρακτος

32πχ Μεταφράσεις[]