κάθομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κάθομαι < αρχαία ελληνική κάθημαι
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
κάθομαι, παρατ.: καθόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα καθίσω, αόρ.: κάθισα , μτχ.π.π.: καθισμένος
- έχω το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα (καρέκλα, καναπέ κλπ) ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο
- τοποθετώ το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα ενώ πριν ήμουν όρθιος
- μένω, κατοικώ
- (για πράγματα) ακουμπώ πάνω σε κάτι άλλο
- (για πράγματα) υποχωρώ σε χαμηλότερο επίπεδο, καθιζάνω, κατακάθομαι
- δεν εργάζομαι (είμαι άνεργος ή βρίσκομαι σε διακοπές)
- μένω άπρακτος
Εκφράσεις [
]
- κάθομαι με σταυρωμένα χέρια : μένω άπρακτος