κάλπη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κάλπη | κάλπες |
| γενική | κάλπης | καλπών |
| αιτιατική | κάλπη | κάλπες |
| κλητική | κάλπη | κάλπες |
[
]
Ετυμολογία
- κάλπη < αρχαία ελληνική κάλπις
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κάλπη θηλυκό
- κουτί με μια χαραμάδα στο πάνω μέρος του, μέσα στο οποίο ρίχνονται ψηφοδέλτια
- (συνεκδοχικά) το εκλογικό τμήμα στο οποίο βρίσκεται το παραπάνω κουτί
- (συνεκδοχικά) η διαδικασία των εκλογών και το εκλογικό αποτέλεσμα
- (αρχαιολογία) αγγείο με στρογγυλό σώμα, τρεις λαβές και συνεχή καμπύλη από τα χείλη, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως τεφροδόχος
[
] Εκφράσεις
- ανοίγουν / κλείνουν οι κάλπες: αρχίζει / τελειώνει η ψηφοφορία