κάμερα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κάμερα | κάμερες |
| γενική | κάμερας | |
| αιτιατική | κάμερα | κάμερες |
| κλητική | κάμερα | κάμερες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
κάμερα θηλυκό
- μηχανική συσκευή λήψης και εγγραφής κινούμενων εικόνων κινηματογράφου
- ηλεκτρονική συσκευή λήψης και εγγραφής κινούμενων εικόνων βίντεο, η βιντεοκάμερα
- (σπανιότερα) η φωτογραφική μηχανή
- η κάμαρα ή κάμαρη, το δωμάτιο
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
βιντεοκάμερα
|
→ δείτε τη λέξη: βιντεοκάμερα |
φωτογραφική μηχανή
|
→ δείτε τη λέξη: φωτογραφική μηχανή |
κάμαρα, δωμάτιο
|
→ δείτε τη λέξη: δωμάτιο |