κάμπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάμπτω < αρχαία ελληνική κάμπτω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkam.tɔ/ και /ˈkam.ptɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κάμπτω, παρατ.: έκαμπτα, στιγμ. μέλλ.: θα κάμψω, αόρ.: έκαμψα , παθ.φωνή: κάμπτομαι , μτχ.π.π.: κεκαμμένος

  1. (μεταβατικό) λυγίζω κάτι μεταβάλλοντας το σχήμα του από ευθύ σε καμπύλο
    κάμπτω τα γόνατα
  2. (μεταφορικά) λυγίζω, αντιμετωπίζω αποτελεσματικά, καταβάλλω, νικώ
    μετά από προσπάθεια έκαμψε τις αντιστάσεις όσων διαφωνούσαν αρχικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάμπτω < αρχαία ελληνική κάμπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κάμπτω και γνάμπτω (ίσως υπήρξαν παράλληλα, ίσως προηγήθηκε το κάμπτω)

  1. λυγίζω, κάμπτω
    γόνυ κάμπτει (για να καθίσει)
  2. στρίβω, αλλάζω πορεία (στο άλογο, στο πλοίο)
  3. ταπεινώνω, καταβάλλω
  4. χωρίς αντικείμενο: στρέφομαι πίσω

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]