κάνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κάνω < αρχαία ελληνική κάμνω
Προφορά
Ρήμα
κάνω ή κάμνω
- κατασκευάζω, φτιάχνω, δημιουργώ
- μπορεί να ασχολείται με τις ώρες, αλλά κάνει εξαιρετικά δημιουργήματα από χαρτί
- εκτελώ, ολοκληρώνω
- θα κάνω ό,τι μου πεις
- ενεργώ, πραγματοποιώ, διενεργώ
- ακόμη κάνουν έρευνες
- διαπράττω
- μπήκε φυλακή για ένα έγκλημα που δεν έκανε αυτός
- διοργανώνω
- θυμάσαι τη γιορτή που είχαμε κάνει πέρυσι;
- συγκροτώ, ιδρύω
- τους έπεισα να κάνομε εταιρεία
- προκαλώ, γίνομαι αιτία για κάτι
- μας έκανε καλή εντύπωση
- η μεσογειακή δίαιτα κάνει καλό στην υγεία
- (για τόπους, φυτά, ζώα) παράγω
- δεν έκαναν αυγά οι κότες σήμερα
- (για ανθρώπους) γεννώ, φέρνω στον κόσμο παιδιά
- αποφασίσαμε να κάνομε παιδί
- εξασκώ περιστασιακά ένα επάγγελμα
- έκανε τον έμπορο εκείνα τα χρόνια
- διατελώ
- θα κάνεις φαντάρος μόνο έξι μήνες
- προσποιούμαι, υποκρίνομαι
- έκανε ότι κοιμόταν
- υποδύομαι ένα ρόλο
- θυμάσαι ποιος έκανε τον αστυνομικό;
- μιμούμαι
- μας κάνει φωνές άλλων ανθρώπων και γελάμε
- καθιστώ κάποιον κάτι
- με κάνεις ευτυχή
- προσλαμβάνω ή τοποθετώ κάποιον σε μια θέση μετά από εκλογή ή επιλογή
- την έκαναν διευθύντρια
- υπολογίζω κατά προσέγγιση σύμφωνα με την εντύπωση που έχω
- πόσα κιλά τον κάνεις;
- τελώ μια θρησκευτική τελετή
- φέτος θα κάνει τον αγιασμό ο μητροπολίτης
- (στο γ΄ ενικό, για μαθηματικές πράξεις) ισούται
- πόσο κάνουν τέσσερα επί δεκατρία;
- λύνω ασκήσεις ή σχολικές εργασίες
- για την επόμενη φορά θα κάνετε τις ασκήσεις 7 ως 10
- καθαρίζω, συγυρίζω, τακτοποιώ
- έκανα όλο το σπίτι σήμερα
- ετοιμάζω ή παρασκευάζω φαγητό, γλυκό ή ποτό
- θέλεις να κάνομε ψάρι στο φούρνο για αύριο;
- συντάσσω ένα κείμενο
- πρέπει να κάνω σύντομα αυτή την έκθεση
- αποκτώ
- έκαναν μεγάλη περιουσία
- πληρώνω
- θα κάνεις εσύ τα εισιτήρια κι εγώ θα κεράσω φαγητό
- ασχολούμαι με κάτι συστηματικά
- κάνει κολύμπι κάθε μέρα
- αντιδρώ, συμπεριφέρομαι
- όταν πεισμώνει, κάνει σαν μικρό παιδί
- μένω ή βρίσκομαι κάποιο χρονικό διάστημα κάπου
- τρεις εβδομάδες έκανα στην Ελβετία
- διανύω χρονικά
- μια μέρα έκανες να μου απαντήσεις!
- καλύπτω αποστάσεις
- για να πάνε στο σχολείο, κάνουν εννέα χιλιόμετρα κάθε μέρα
- κοστίζω, αξίζω, στοιχίζω
- η γραβάτα έκανε πενήντα ευρώ
- είμαι κατάλληλος, πληρώ τις προϋποθέσεις
- δεν κάνεις για αυτή τη δουλειά
- ακολουθώ μια κατεύνθυνση
- μόλις φτάσεις εκεί, κάνε δεξιά στο μονοπάτι
- (για γραμματικούς τύπους) σχηματίζομαι
- πώς κάνει η αιτιατική του πληθυντικού;
- (για καιρικές συνθήκες) επικρατεί
- θα κάνει πολλή ζέστη τις επόμενες μέρες
- (ως απρόσωπο) επιτρέπεται, πρέπει
- δεν κάνει να στεναχωριέσαι
Εκφράσεις
- τι κάνεις; : (α) πώς είναι η υγεία σου; (β) ποια τα νέα σου;
- την κάνω : (αργκό) φεύγω, ιδίως για να αποφύγω μια δυσάρεστη υποχρέωση
- την έκανα: (α) έκανα βλακεία ή ζημιά (β) έφυγα
Σύνθετα
Συνώνυμα
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Μεταφράσεις
κάνω