κάπα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κάπα < αρχαία ελληνική κάππα
Ουσιαστικό [
]
κάπα ουδέτερο άκλιτο
Μεταφράσεις [
]
κάπα
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κάπα | κάπες |
| γενική | κάπας | καπών |
| αιτιατική | κάπα | κάπες |
| κλητική | κάπα | κάπες |
κάπα θηλυκό
- χοντρό μάλλινο πανωφόρι, με κουκούλα και χωρίς μανίκια, χαρακτηριστικό χειμερινό ένδυμα βοσκών και χωρικών
- γυναικείο φαρδύ πανωφόρι χωρίς μανίκια, η μπέρτα