κάσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κάσα | κάσες |
| γενική | κάσας | κασών |
| αιτιατική | κάσα | κάσες |
| κλητική | κάσα | κάσες |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
κάσα θηλυκό
- περιμετρική βάση στήριξης πόρτας/παραθύρου μέσω των μεντεσέδων
- συρτάρι με τυπογραφικά στοιχεία
- ξύλινο κιβώτιο που χρησιμοποιείται για μεταφορά
- (κατ επέκταση) κάθε κιβώτιο κατάλληλο για μεταφορά τροφίμων και ποτών
- το φέρετρο
- (χαρτοπαίγνια) τα χρήματα με τα οποία συμμετέχει ο παίκτης στο παιχνίδι