κάσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάσα κάσες
γενική κάσας κασών
αιτιατική κάσα κάσες
κλητική κάσα κάσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κάσα < ιταλική cassa < λατινική capsa ( < capio)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κάσα (2)

κάσα θηλυκό

  1. περιμετρική βάση στήριξης πόρτας/παραθύρου μέσω των μεντεσέδων
  2. συρτάρι με τυπογραφικά στοιχεία
  3. ξύλινο κιβώτιο που χρησιμοποιείται για μεταφορά
  4. (κατ επέκταση) κάθε κιβώτιο κατάλληλο για μεταφορά τροφίμων και ποτών
    φέρε μια κάσα μπίρες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα
    κασόνι
  5. το φέρετρο
  6. (χαρτοπαίγνια) τα χρήματα με τα οποία συμμετέχει ο παίκτης στο παιχνίδι

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]