κάσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

κάσα (2)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάσα κάσες
γενική κάσας κασών
αιτιατική κάσα κάσες
κλητική κάσα κάσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάσα < ιταλική cassa < λατινική capsa < capio < πρωτοϊταλικά *kapjō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kh₂pi-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάσα θηλυκό

  1. περιμετρική βάση στήριξης πόρτας / παραθύρου μέσω των μεντεσέδων
  2. συρτάρι με τυπογραφικά στοιχεία
  3. ξύλινο κιβώτιο που χρησιμοποιείται για μεταφορά
  4. (κατ’ επέκταση) κάθε κιβώτιο κατάλληλο για μεταφορά τροφίμων και ποτών
    φέρε μια κάσα μπίρες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κασόνι
  5. (οικείο) το φέρετρο
    1. (χαρτοπαίγνια) το ταμείο
    2. (χαρτοπαίγνια) τα χρήματα με τα οποία συμμετέχει ο παίκτης στο παιχνίδι
  6. (παρωχημένο) το παιδί που μαζεύει τα χρήματα σε μια παρέα καλαντιστών
    «Τί μαλλώνετε, βρέ;» Τὰ δύο παιδιὰ ἀφῆκαν συγχρόνως διπλῆν πεπνιγμένην κραυγὴν καὶ ἐδόκιμασαν νὰ τραπῶσιν εἰς φυγὴν ἀφήνοντα τὸ φανάριον κατὰ γῆς. ᾽Αλλὰ τὸ παράδοξον ὄν μὲ τὸν πόδα ἀνέτρεψε τὸ φανάριον, τὸ ὁποῖον ἔσβησεν εὐθύς, καὶ μὲ τὰς δύο χεῖρας συνέλαβεν ἀπὸ τοὺς βραχίονας τὰ δύο τρέμοντα παιδία. «Ποιός εἶναι κάσα, βρέ;» Τὰ δύο παιδία ἤσπαιρον κι ἐδοκίμαζον νὰ φύγουν. «Μὴ φοβᾶσθε, δὲν σᾶς τρώω. Δῶστε μου τοὺς παράδες, σας γιὰ νὰ μὴ μαλώσετε καὶ σκοτωθῆτε. Καλὰ ποὺ βρέθηκα καὶ σᾶς γλύτωσα.» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]