κάστανο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κάστανο | κάστανα |
| γενική | κάστανου | κάστανων |
| αιτιατική | κάστανο | κάστανα |
| κλητική | κάστανο | κάστανα |
[
]
Ετυμολογία
- κάστανο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κάστανο ουδέτερο
- ο καρπός της καστανιάς
[
] Εκφράσεις
- βγάζω τα κάστανα από τη φωτιά: συνώνυμο του βγάζω το φίδι από την τρύπα
- δεν τρέχει κάστανο: εντονότερο δεν τρέχει τίποτα
- δε χαρίζω κάστανα: εκφράζει τη μη ύπαρξη επιείκειας