κάτι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κάτι < κἄν + τι (μεταγενέστερο κἄν <αρχαία ελληνική κἀν < με κράση του καί + του ἄν) ή του καί και του ἐάν
[
]
Αντωνυμία
κάτι άκλιτο
- αόριστη αντωνυμία: αναφέρεται σε πράγμα που δεν θέλει ή δεν μπορεί ο ομιλητής να ορίσει πιο συγκεκριμένα
- κάτι δεν πάει καλά εδώ
- έμαθα κάτι χτες που με σοκάρισε
- (πριν από ουσιαστικό) δίνει έμφαση στη φύση του πράγματος που φανερώνει το ουσιαστικό
- δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί, μου είπε κάτι βλακείες...
- (πριν από ουσιαστικό) μερικοί
- μας έφερε κάτι CD για το πάρτι
- ...